συμπρέπω

συμπρέπω
ΜΑ
ταιριάζω, αρμόζω, συμφωνώ (α. «βοὰ δὲ νικηφὀρῳ σὺν Ἀριστοκλείδα πρέπει», Πίνδ.
β. «τὴν περιτομὴν τῷ νόμῳ συμπρέπουσαν ἐπέδειξε», Επιφάν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + πρέπω «αρμόζω, ταιριάζω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • συμπρέπει — συμπρέπω befit pres ind mp 2nd sg συμπρέπω befit pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρέπον — συμπρέπω befit pres part act masc voc sg συμπρέπω befit pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρέποντα — συμπρέπω befit pres part act neut nom/voc/acc pl συμπρέπω befit pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρέπουσι — συμπρέπω befit pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συμπρέπω befit pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρέψαι — συμπρέπω befit aor inf act συμπρέψαῑ , συμπρέπω befit aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρεπούσῃ — συμπρέπω befit pres part act fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρέποντας — συμπρέπω befit pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρέποντες — συμπρέπω befit pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρέποντος — συμπρέπω befit pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπρέπουσα — συμπρέπω befit pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”